διοικητικό δίκαιο

διοικητικό δίκαιο
Ένας από τους βασικούς κλάδους του δημοσίου δικαίου, που ρυθμίζει στο σύνολό του τις εκδηλώσεις της κρατικής εξουσίας και τον τρόπο οργάνωσης της λειτουργίας της. Ο σαφής προσδιορισμός του αντικειμένου του δ.δ. γίνεται σε συνδυασμό με τον προσδιορισμό του αντικειμένου του συνταγματικού δικαίου, όχι μόνο γιατί τα όριά τους συγχέονται στη θεωρία και στην πρακτική λειτουργία του δικαίου αλλά και γιατί το αντικείμενό τους ταυτίζεται σε πολλά σημεία. Ορισμένοι χαρακτηρίζουν το συνταγματικό δίκαιο ως τον κλάδο του δημοσίου δικαίου που προσδιορίζει απλώς το πρόσωπο-φορέα της κυριαρχίας, αντιδιαστέλλοντάς το με το δ.δ., το οποίο θεωρούν ως τον κλάδο εκείνο που καθορίζει τους σκοπούς και τους τρόπους για τους οποίους και με τους οποίους ασκούνται οι κυριαρχικές εξουσίες, καθώς και τα πρόσωπα ή τους φορείς που τις ασκούν. Το νόημα της διάκρισης και της έννοιας των δύο αυτών συναφών κλάδων, με όλη τη γενικότητα που επιβάλλει η φύση τους, αποδίδεται καλύτερα από τον ορισμό του νομομαθούς Χόλαντ, σύμφωνα με τον οποίο το συνταγματικό δίκαιο ασχολείται με τη δομή και τους ευρύτερους κανόνες που ρυθμίζουν τη λειτουργία της πολιτείας, ενώ το δ.δ. ασχολείται με τις λεπτομέρειες αυτής της λειτουργίας. Έχουν διατυπωθεί και αρκετοί άλλοι, παραπλήσιοι ορισμοί, που προσαρμόστηκαν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων συστημάτων δικαίου. Στην Ελλάδα, η επιστήμη του δ.δ. και η εξέλιξή της βασίστηκε στις αρχές που διαμορφώθηκαν στη Γαλλία υπό την επίδραση των ιδεών της Γαλλικής επανάστασης. Συστηματική επεξεργασία ή άποψη για τον διαχωρισμό του δ.δ. από το συνταγματικό δεν υπάρχει και γι’ αυτό o περιγραφικός καθορισμός του αντικειμένου του είναι ο πιο επαρκής και αποτελεσματικός για την κατανόηση και τη λειτουργία του ως κατευθυντήρια αρχή. Έτσι, ως δ.δ. μπορεί να οριστεί ο κλάδος του δημοσίου δικαίου που ασχολείται με το σύνολο των κανόνων που αναφέρονται στη συγκρότηση των οργάνων της διοίκησης και ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις, τις αρμοδιότητες και τους τύπους με τους οποίους λειτουργούν. Στο δ.δ. περιλαμβάνονται επίσης και οι κυβερνητικές πράξεις καθώς και η πρακτική της έκδοσης νομοθετικών πράξεων, κατ’ εξουσιοδότηση νόμων ή των εκτελεστικών τους διαταγμάτων και άλλων σχετικών διοικητικών αποφάσεων. Σχετικό είναι και το θέμα της λεγόμενης εντεταλμένης νομοθέτησηςνομοθεσίας με εξουσιοδότηση, με αμφισβητούμενο συνταγματικό κύρος, που προκύπτει όταν ο νόμος παρέχει ευχέρεια ουσιαστικής νομοθετικής εξουσίας σε ορισμένα διοικητικά όργανα ή αρχές, όπως στην αστυνομία ή στις αρχές αυτοδιοίκησης. Πρόκειται για περιπτώσεις ηθελημένων κενών του νόμου ή παροχής συγκεκριμένης ευχέρειας για τη ρύθμιση της εφαρμογής του με την έκδοση των αναγκαίων συμπληρωματικών πράξεων ή κανονισμών. Στον τομέα του δ.δ. υπάγονται ακόμα τα διοικητικά δικαστήρια, η διοικητική ανάκριση, η υπουργική ευθύνη, η διάρθρωση των εθνικοποιημένων εταιρειών και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων· επίσης, τα θέματα της δημόσιας υγείας, της στέγασης, της πολεοδομίας και του καλύτερου σχεδιασμού χώρων, οι αστυνομικές, υγειονομικές, αγορανομικές και οδικές διατάξεις, εκτός από το καθαρά ποινικό μέρος τους, και γενικά όλοι οι κανονισμοί και οι ρυθμίσεις που αναφέρονται στις δραστηριότητες της κεντρικής διοίκησης και των περιφερειακών οργάνων της ή της αυτοδιοίκησης, σε συνδυασμό με τις διοικητικές ή ελεγκτικές εξουσίες του κοινοβουλίου και των δικαστηρίων. Οι σύγχρονες εξελίξεις εμπεριέχουν και το χαρακτηριστικό της διεύρυνσης του δ.δ., που εμφανίζεται κυρίως με την παρεμβατική πολιτική του σύγχρονου κράτους. Η πολιτική αυτή ασκείται τόσο στον τομέα της οικονομίας και γενικά των παραγωγικών σχέσεων όσο και στον κοινωνικό τομέα ή ακόμα και στη ρύθμιση της ιδιωτικής ζωής των ατόμων στο επίπεδο της συμπεριφοράς, των κινήσεων και των δραστηριοτήτων τους, ιδιαίτερα στις πυκνοκατοικημένες πόλεις.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • δίκαιο — Ο όρος δ. είναι ιδιαίτερα ευρύς και χρησιμοποιείται με περισσότερες από μία σημασίες. Γενικά ο όρος δ. χρησιμοποιείται για να προσδώσει την έννοια του ορθού και του πρέποντος σε πράξεις και σε συμπεριφορές.Ως στενός νομικός όρος υπέστη εκτεταμένη …   Dictionary of Greek

  • δημόσιο δίκαιο — Το σύνολο των κανόνων που συνιστούν τον νομικό αυτοπεριορισμό της κρατικής εξουσίας σε σχέση με τους πολίτες της, με τους διαφόρους οργανισμούς (νομικά πρόσωπα κλπ.), με τα άλλα κράτη, καθώς επίσης και με την οργάνωση της ίδιας της άσκησης της… …   Dictionary of Greek

  • δημόσιος λειτουργός — Κάθε πρόσωπο που συνεργάζεται συστηματικά για τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, είτε είναι δημόσιος υπάλληλος είτε όχι, όπως, για παράδειγμα, οι στρατιώτες, οι ένορκοι, οι δικηγόροι, οι ιδιώτες μέλη επιτροπών, συμβουλίων, εθελοντές ή τιμητικά …   Dictionary of Greek

  • δίκη — Με τον όρο δ. υποδηλώνεται το σύνολο των πράξεων οι οποίες αποτελούν την ιδιαίτερη εκείνη νομική σχέση που ονομάζεται δικονομική σχέση και αναπτύσσεται μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και των δικαστικών οργάνων του κράτους προς τον σκοπό της… …   Dictionary of Greek

  • κατάχρηση — Όρος του δημόσιου και του ιδιωτικού δικαίου, ο οποίος έχει πολλές έννοιες. Στο διοικητικό δίκαιο, η κ. εξουσίας αποτελεί λόγο ακύρωσης των διοικητικών πράξεων. Στο αστικό δίκαιο (άρθρο 281 Α.Κ.) υφίσταται κ. εξουσίας, όταν ένα δικαίωμα ασκείται… …   Dictionary of Greek

  • εμφανίσιμα — ἐμφανίσιμα, τα (Μ) το ποσό που όφειλε, κατά το βυζαντινό διοικητικό δίκαιο, να καταβάλει στο δημόσιο ο διοριζόμενος σε διοικητικό αξίωμα για να εγκατασταθεί σε αυτό …   Dictionary of Greek

  • δήμαρχος — Ο αιρετός άρχοντας του δήμου. Στην αρχαία Αθήνα οι δ. εκλέγονταν για έναν χρόνο και ήταν εξουσιοδοτημένοι να συγκαλούν τη συνέλευση των δημοτών και να φροντίζουν για την εκτέλεση των αποφάσεών της, να διαχειρίζονται τα χρήματα του δήμου, να… …   Dictionary of Greek

  • Κόκκινος, Εμμανουήλ — (Χίος 1812 – Αθήνα 1879). Νομομαθής και πανεπιστημιακός. Σπούδασε στη Γερμανία και μαθήτευσε κοντά στον Τιμπό, αντίπαλο του Σαβινί. Ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1836, με μια διατριβή αφιερωμένη στη ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο. Το 1839 διορίστηκε υφηγητής… …   Dictionary of Greek

  • αναίρεση — (Νομ.).Ένδικο μέσο που αποβλέπει στην ακύρωση των αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων ή άλλων δικαιοδοτικών οργάνων εξαιτίας ανακριβούς εφαρμογής του νόμου και η οποία ασκείται ενώπιον ανωτάτων δικαστηρίων. Το ένδικο μέσο της α. προσφέρεται και σε …   Dictionary of Greek

  • γνωμοδότηση — Όρος που σημαίνει την έκφραση γνώμης ενός προσώπου, μιας αρχής, συμβουλίου κλπ. κατά την περίπτωση στην οποία αρμόδιο λήψης απόφασης είναι άλλο πρόσωπο, αρχή ή δικαστήριο. Στην πολιτική και στην ποινική δικονομία προβλέπεται η γ. των… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”